Ζακυνθινή Εκκλησιαστική Μουσική
* Νέα Έκδοση - Κάντε κλικ εδώ
Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με την καταγραφή της ζακυνθινής εκκλησιαστικής μουσικής, δηλαδή με το χαρακτηριστικό άκουσμα που της προσδίδει το τοπικό ιδίωμα που οι μουσικολόγοι έχουν ονομάσει ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος.
Δυστυχώς παρά το υπάρχον πλούσιο υλικό, στη Ζάκυνθο, δεν έχει γίνει ως τώρα η ανάλογη προσπάθεια διάσωσης και διάδοσης του ζακυνθινού μέλους, λόγω αδιαφορίας της Πολιτείας αλλά και των νέων, και μόνο αυτόβουλα κάποιος μπορεί να ασχοληθεί, ώστε να διατηρηθεί.
Η ιδιαιτερότητα αυτής της εκκλησιαστικής μουσικής είναι εμφανής ακουστικά. Γραπτώς όμως υπάρχουν κάποια προβλήματα στους ήχους, επειδή:
α) στα χειρόγραφα που η μελωδία είναι γραμμένη με βυζαντινή σημειογραφία, τις περισσότερες φορές δεν υπάρχουν οι ανάλογες «φθορές» και μαρτυρίες για την απόδοση του ζακυνθινού μέλους,(εκτός των παλαιών χειρογράφων).
β) Οι φθορές ή οι μαρτυρίες, αν υπάρχουν, δεν έχουν σχέση με την πορεία των διαστημάτων που ακολουθούμε στη βυζαντινή μουσική και
γ) οι υπόλοιπες τρεις φωνές δεν γράφονται (ιστορικά προβληματιζόμαστε με την αρμονία και πώς προέκυψε). Γι' αυτό βασιζόμαστε, για τη απόδοση των ήχων καθώς και για την εναρμόνιση της μελωδίας, στη ακουστική εμπειρία του ψάλτη, ο οποίος βλέποντας μελωδικές φράσεις, καταλήξεις, φθορές, μπορεί να κάνει τις ανάλογες μετατροπίες, όπως και στους έμπειρους βοηθούς τού πρωτοψάλτη για την κάλυψη της τετράφωνης αρμονίας, που άλλοτε γίνεται μονόφωνη -ειδικά όταν υπάρχουν μελισματικές θέσεις-, δίφωνη, η τρίφωνη.( Βλέπε Π. Γριτσάνη «Περί της των Ιονίων,νήσων Εκκλησιαστικής μουσικής» Νεάπολη 1867, «Φόρμιγξ», Αθήνα 15-31 Ιουλίου 1908). |
Βέβαια η ρυθμική αγωγή δεν φαίνεται αλλά στα χειρόγραφα των παλαιών (Θεοδώρου Κουρκουμέλη-Κοθρή, Κύριλλου. Λυκούρεση, Ι. Καπανδρίτη-Κατσάκου, Π. Βορίση και στους μεταγενέστερους, Βασίλειο ιερέα Πομόνη καθώς και στον μαθητή του Πομόνη, ιερέα Σ. Μούσουρα όπως και στις προφορικές μαρτυρίες παλαιών ψαλτών), δείχνει πόσο βίωναν το κείμενο με τις μελισματικές τους θέσεις, καλύπτοντας ακόμα και το κενό ίσως των βοηθών ψαλτών που εμπειρικά εναρμόνιζαν τη μελωδία. .(Σχετικά αναφέρεται και ο Ι. Καπανδρίτης -Κατσάκος στη μελέτη του στο τοπικό περιοδικό «Αι Μούσαι»,τόμος ΚΑ΄1912-1913, «Περί εκκλησιαστικής μουσικής και ιδίως περί του Ζακυνθίου Ύφους».
Θέλοντας να συμβάλλω και εγώ στη Ζακυνθινή εκκλησιαστική μουσική όπως επάξια έχουν αποδώσει και διασώσει ο αρχιμανδρίτης π. Αλέξιος Ξένος και οι πρωτοψάλτες του Ι. Ν. Αγίου Διονυσίου, Ιωάννης Σούλης, Σάββας Βοζαΐτης λαμπαδάριος και οι χορωδίες του Ναού, ο Νικόλαος Λειβαδάς και η χορωδία του Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κατασταρίου, Παναγιώτης Στραβοπόδης του Ι. Ν. Υπεραγίας Θεοτόκου Βανάτου, ο Νικόλαος Καλύβας του Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Παντοκράτορα, και ο Διονύσιος Πόθος και η χορωδία του Ι. Ν. Αναλήψεως, επανεξέδωσα την Ιερά Υμνωδία του ιερέως Β. Πομόνη. Τέλος διαθέτω υλικό σε πεντάγραμμη σημειογραφία από ακουστικές καταγραφές και μεταγραφές από χειρόγραφα, όπως το πρωτότυπο αναστασιματάριο του Ι.Καπανδρίτη 1910.
Μπορεί το ύφος να μοιάζει με την καντάδα είναι όμως καθαρά εκκλησιαστική μουσική. Εφόσον και βυζαντινές μουσικές φράσεις υπάρχουν κοινές, ιδίως στα χειρόγραφα των παλαιών, και η εναρμόνιση των μελών δεν έχει σχέση με τη κλασσική αρμονία.
Όπως και όταν ο ψάλτης, πολλές φορές, χρησιμοποιεί έρρινη προφορά για την ποιότητα των χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας διαστήματα μικρότερα από τον τόνο ή μεγαλύτερα από το ημιτόνιο, οπότε πρόκειται για μια καθαρά ελληνική μουσική που αναπτύχθηκε στη Ζάκυνθο.
Εμείς πάντως εδώ στα Επτάνησα, επιμένοντας να συντηρούμε τη δική μας παράδοση στο εκκλησιαστικό μέλος, δεν διαπραγματευόμαστε ούτε την πίστη μας, ούτε την αισθητική μας απέναντι στην οποιαδήποτε έκφραση του τρόπου της θείας λατρείας.
Πολύ ωραία αναφέρεται στην Ιστορία της Ζακυνθινής Εκκλησιαστικής Μουσικής και το ζακυνθινό μέλος και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει την σημερινή εποχή ο επί δεκαετίαν ασχοληθείς μουσικολόγος ερευνητής του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου Μέλπως Μερλιέ , κ. Μάρκος Δραγούμης στο βιβλίο «Η Μουσική παράδοση της Ζακυνθινής Εκκλησίας», έκδ «Οι φίλοι του μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων» - Αθήνα 2000, όπως και ο Ευστάθιος Μακρής στην έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών με τίτλο «Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας» τόμος 29-30 (1999-2003), Αθήνα 2004.
Κάνοντας μια πρώτη προσέγγιση του α΄ ήχου με το απολυτίκιο του Αγίου Διονυσίου, προσπαθώντας να το αποδώσω όσο πιο παραδοσιακά γίνεται με βάση το Πα (Ρε), όπως είναι στα χειρόγραφα με βυζαντινή σημειογραφία, παραθέτω τη παρτιτούρα με ευρωπαϊκή σημειογραφία στην τονική της Σολ μινόρε έτσι ώστε να μπορούν να ψάλλουν και οι μπάσοι. Ξεκινάει συνήθως ταυτοφωνία Unisono, ή πρίμο σιγόντο (μέτρα 1-6).Στο μέτρο 7 περνάει στη Σι ύφεση ματζόρε με το χαρακτηριστικό διάστημα φα - σι ύφεση (γα -ζ ω ύφεση) και στη δεσπόζουσα της. Η δεύτερη φωνή ( secondo) ψάλει έκτη κάτω (κολλητό σιγόντο, όπως λέμε στη Ζάκυνθο), ή τρίτες πάνω αν φωνητικά μπορεί, ο βαρύτονος (terza) τη πέμπτη νότα της συγχορδίας το φα ίσο πάνω από το σιγόντο, και ο μπάσος την τονική σι ύφεση της μελωδία ή το σιγόντο με 8ες κάτω (πριμόμπασο). Στα μέτρα 10-11 η εναρμόνιση του μέλους για λίγο περνάει στη σολ μινόρε, επανέρχεται στη σι ύφεση, και κάνει πτώση τελική στη σολ (Δι) ματζόρε μέτρο 17 με το χαρακτηριστικό πάνω σιγόντο (μια τρίτη μεγάλη), και το βαρύτονο-μπάσο να συμπληρώνουν την αρμονία της σολ ματζόρε. Μια έντεχνη εναρμόνιση μπορεί να εμπλουτίζει το μέλος, χάνει όμως το παραδοσιακό του χρώμα .
|